Διάλογος με Εβελίνα πριν από 2-3 μέρες.
- Μαμά δεν είχες πει ότι του χρόνου θα με γράψεις Γαλλικά σε φροντιστήριο;
- Εγώ; Πότε το είπα αυτό;
- Ναι, ναι το είχες πει. Για να κάνω Γαλλικά στο φροντιστήριο και να κάνω Γερμανικά στο σχολείο.
- Όχι, δεν είχα πει κάτι τέτοιο! Σε φροντιστήριο κάνεις ήδη Αγγλικά. Δεν θα κάνεις ταυτόχρονα και άλλη γλώσσα σε φροντιστήριο. Δεύτερη γλώσσα θα κάνεις στο σχολείο.
- Ναι μαμά, η δεύτερη γλώσσα θα αρχίσει του χρόνου. Απλά πρέπει να απαντήσουμε ποια θέλουμε να είναι αυτή η δεύτερη γλώσσα – γαλλικά ή γερμανικά – και θα αρχίσουμε τη γλώσσα που θα επιλέξει η πλειοψηφία. Εγώ θέλω Γερμανικά. Γαλλικά ας κάνω εκτός σχολείου.
Σοκ! Ζαλάδα! Μεταξύ Γαλλικών και Γερμανικών, επιλέγει Γερμανικά! Χιλιάδες σκέψεις άρχισαν να με κατακλύζουν. Κατ’ αρχήν δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα προτιμούσα οι κόρες μου να μάθουν Γαλλικά, γιατί έχω μεγάλη αγάπη στη Γαλλία. Από τότε που πήγα για πρώτη φορά για να περάσω το καλοκαίρι με τη Γαλλίδα pen pal φίλη μου, μέχρι που πήγα για σπουδές στη Νίκαια, αγάπησα τη χώρα αυτή με τα καλά της και τα κακά της. Τη λατρεύω τη Γαλλία! Και τι δε θα έδινα να πάμε με τα κορίτσια και να την εξερευνήσουμε μαζί…

Παραλιακή της Νίκαιας
Φυσικά δεν είπε κανείς ότι μαθαίνοντας Γερμανικά στην Πέμπτη δημοτικού, καταδικάζεται ότι δε θα μάθει ποτέ Γαλλικά. Μπορεί τελικά να μάθει και τρεις και τέσσερις γλώσσες. Ούτε βέβαια χρειάζεται κανείς να μιλάει τη γλώσσα για να επισκεφτεί και να αγαπήσει μια χώρα. Αλλά να… είναι αλλιώς…
Η Εβελίνα ξέρει βέβαια την αγάπη μου για τη Γαλλία. Αλλιώς δε θα έκανε αυτή την εισαγωγή για το φροντιστήριο. Θα μου έλεγε “μεταξύ Γαλλικών και Γερμανικών προτιμάω Γερμανικά”. Αλλά σου λέει, αν πω στη μαμά ότι δε με ενδιαφέρει να μάθω Γαλλικά, το ‘χω χαμένο το παιχνίδι.
Αλλά πώς μπορώ εγώ να αναγκάσω ένα παιδί να κάνει αυτό που θέλω εγώ (όσο κι αν πιστεύω ότι έχω δίκαιο); Από τότε που ήταν μικρούλες τις προετοιμάζω να παίρνουν τις δικές τους αποφάσεις. Και ναι, έχω λόγο για το ποια γλώσσα θέλω να μάθει το παιδί μου, αλλά πώς μπορώ να το βάλω να διαβάσει ή να αγαπήσει κάτι που δε θέλει; (Αφήνω ασχολίαστο το σύστημα της ψηφοφορίας στο σχολείο για τη δεύτερη γλώσσα) Οπότε αν τα Γαλλικά πάρουν τις περισσότερες ψήφους, ΟΚ θα αρχίσει να τα μαθαίνει. Αλλά εδώ από ό,τι φαίνεται, τα παιδιά έχουν συνεννοηθεί και υπάρχει ήδη “κίνημα” υπέρ των Γερμανικών.
Εγώ: Και πώς σου ήρθε Εβελίνα να προτιμήσεις Γερμανικά από τα Γαλλικά;
Εβελίνα: Όλα τα παιδιά Γερμανικά θέλουν. Είχε έρθει η σύμβουλος των Γερμανικών και μας μίλησε σήμερα.
Εγώ: Η σύμβουλος των Γαλλικών δεν ήρθε;
Εβελίνα: Όχι ακόμα. Λοιπόν πες μου. Συμφωνείς για τα Γερμανικά;
Εγώ: Ξέρεις κάτι; Εσύ θα αποφασίσεις. Αλλά μέχρι να έρθει η μέρα της απάντησης, εγώ θα σου πω τι θα έχεις να κερδίσεις αν μάθεις Γαλλικά. Θα σου πω όλα τα καλά της Γαλλίας! Θα σου περιγράψω τα όνειρα που έχω να πηγαίνουμε στη Γαλλία για διακοπές και πόσο ωραία να μπορείς να μιλάς Γαλλικά. Και θα σου πω επίσης τι ξέρω για τη Γερμανία. Έμεινα εκεί 6 μήνες. Ξέρω αρκετά! Και μετά εσύ θα αποφασίσεις ΟΚ?
Εβελίνα: Δηλαδή τι καλό έχει η Γαλλία;
(Να η ευκαιρία μου. Τι να πρωτοπώ; Σκέψου Άσπα σκέψου!)
Και να τι είπα. (Αν είναι δυνατόν…): “Έχει κρέπες!”
Αλλά όπως και να το κάνεις, οι κρέπες είναι δυνατό χαρτί στην περίπτωση της Εβελίνας. Αν δεν υπήρχαν οι κρέπες θα σου έλεγα εγώ. Ούτε καν θα έμπαινα
στον πίνακα του νηπιαγωγείου τότε που ήταν η Εβελίνα νηπιαγωγάκι.
Εβίτα που παρακολουθούσε το διάλογο: Γιούπιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι! Θα τρώμε κάθε μέρα κρέπες! Γαλλικά θέλω. Γαλλικά!